Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΟΥΜΕ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ 'Η ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΠΟΙΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;

Παίζεται το ποδόσφαιρο με πολιτικούς όρους ή η πολιτική με ποδοσφαιρικούς; Μοιάζει η ταξική πάλη με την αθλητική; Επηρεάζει η πολιτική το ποδόσφαιρο; Τα ζητήματα αυτά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν απασχολήσει αρκετούς κοινωνιολόγους, ανθρωπολόγους, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών και πέραν των δημοσιογράφων υπήρξαν και πολλοί ερευνητές που έχουν εντρυφήσει σε αυτού του είδους τα θέματα. Αναφανδόν πολιτική και ποδόσφαιρο έχουν αρκετές ομοιότητες στη διαδικασία. Το αθλητικό κείμενο έχει δανειστεί αδόκιμους όρους από το πολεμικό ρεπορτάζ και τούτο φαίνεται κυρίως στους τίτλους πριν από ένα μεγάλο ντέρμπι αλλά και σε ένα απλό ρεπορτάζ ενυπάρχουν διάσπαρτες ατάκες ή και μεμονομένες λέξεις που μας παραπέμπουν σε πολεμική επιχείρηση, όπως π.χ. «άμυνα, επίθεση, τείχος, μάχη…». Ακόμη και μεταφορικά ορισμένες ατάκες συνειρμικά έχουν και Θεολογικό χαρακτήρα όπως: «Θρύλε Θεέ μου, Ομόνοια και στον ουρανό να έπαιζες θα πέθαινα για να σε δω».   
 Το ποδόσφαιρο έχει μακρά ιστορία. Τη σύγχρονη μορφή του την πήρε στην Αγγλία το 1863. Συμπτωματικά την ίδια χρονιά στη Γερμανία ιδρύθηκε το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Από την αρχή το ποδόσφαιρο ήταν άθλημα της εργατικής τάξης. Από την αρχή  λοιδορήθηκε από διάφορους ψευτοδιανοούμενους και πολύ σύντομα έγινε προσπάθεια να ενταχθεί στα πολιτικά σχέδια της αστικής τάξης. Πολύ λογικό άλλωστε, αφού το ποδόσφαιρο προσελκύει μάζες και η πολιτική απευθύνεται σε μάζες. Ορισμένοι (υψώνοντας ενίοτε και το φρύδι τους για να δώσουν έμφαση στον λόγο τους) αποκαλούν το ποδόσφαιρο «όπιο του λαού» παραφράζοντας τη ρήση του Μαρξ για τη θρησκεία. Αυτό που θέλουν να πουν είναι πως το ποδόσφαιρο αποβλακώνει τις μάζες. Η αλήθεια είναι πως ξέρω ορισμένους αποβλακωμένους που παρακολουθούν ποδόσφαιρο, γνωρίζω όμως πολλούς περισσότερους αποβλακωμένους που, χωρίς να είναι λάτρεις του αθλήματος, ψηφίζουν ενάντια στα συμφέροντά τους.




 Το ποδόσφαιρο γεννήθηκε από την ανάγκη των εργατών να ψυχαγωγηθούν αυτοί και τα παιδιά τους στον ελεύθερο χρόνο που τους έμενε από την εκμετάλλευση στα εργοστάσια - κάτεργα του 18ου και 19ου αιώνα. Το ποδόσφαιρο τους έδινε αυτή τη δυνατότητα, με πολύ φθηνό μάλιστα τρόπο. Για να παιχτεί δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από μία αλάνα, δύο πέτρες που θα σηματοδοτούν το τέρμα και ένα τόπι, που μπορεί να είναι και μερικά κουρέλια δεμένα έτσι που να σχηματίζουν μια σφαίρα.

Πέρα από αυτό η δημοφιλία του ποδοσφαίρου είναι στη «δημοκρατικότητά» του. Όλοι μπορούν να παίξουν μπάλα. Και ο ψηλός και ο κοντός. Και ο αδύνατος και ο παχουλός. Όλοι μπορούν να παρακολουθήσουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Είμαι ίσως το μοναδικό άθλημα που η εξέδρα μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της στον «άρχοντα» του αγώνα, που είναι ο διαιτητής. Παράδειγμα η περίπτωση διαιτητή που η εξέδρα τον απέβαλε από το γήπεδο, όταν έδειξε κόκκινη κάρτα σε ποδοσφαιριστή. Συνέβη στη Κολομβία. Ο ποδοσφαιριστής που ξαναμπήκε παρά την αποβολή του στο γήπεδο ήταν ο Πελέ κι ο αγώνας συνεχίστηκε κανονικά με άλλο διαιτητή. Ακραίο το παράδειγμα; Ίσως. Αλλά συνέβη.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, η «εξέδρα» είναι ο τελικός κριτής όσων γίνονται μέσα στις «γραμμές από ασβέστη» που περικλείουν το γήπεδο. Εδώ όμως είναι ίσως και η ψευδαίσθηση των «έξω» (θεατών), που νομίζουν πως, επειδή είναι οι «πολλοί», μπορούν να κάνουν αυτό που θέλουν, αφού οι «λίγοι» (παράγοντες κ.λπ.) τους έχουν ανάγκη. Όπως έχει πει ο Γκαλεάνο, διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας "Epoca" και αρχισυντάκτης της εβδομαδιαίας επιθεώρησης Marcha, «ένας αγώνας χωρίς οπαδούς, είναι σαν χορός χωρίς μουσική». Κάποιος μπορεί να αντιτείνει πως η «εξέδρα» για τους «λίγους» είναι τόσο χρήσιμη, όσο και οι σάρκες για τα κανόνια, υπάρχει όμως και ο αντίλογος.
Στο στάδιο Καραϊσκάκη την εποχή της Χούντας ακούστηκε η πρώτη δημόσια μαζική αποδοκιμασία χουντικού, του Ασλανίδη, με το σύνθημα: «κρα, κρα, κρα Ασλανίδη που...ρά». Μερικοί μπορεί να το φώναζαν επειδή ο Ασλανίδης ήταν δηλωμένος οπαδός του Παναθηναϊκού και υποχρέωσε τον (κομμουνιστή) Γαλλοέλληνα Ρομαίν Αργυρούδη να φύγει από τη χώρα, αφού αρνιόταν να αποκηρύξει τον Γάλλο πεθερό του, που ήταν στέλεχος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Υπήρχαν όμως και αυτοί που τα κίνητρά τους δεν ήταν οπαδικά. Εν τέλει άλλο το ποδόσφαιρό κι άλλο αυτοί που σήμερα το διαφεντεύουν.
Το ποδόσφαιρο ουσιαστικά αποτέλεσε μία συνέχεια της κοινωνίας. Κυρίως στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα μόλις οι κοινωνίες συστάθηκαν σε εθνικά κράτη και πλέον η φεουδαρχία έδωσε τη θέση της στον κοινοβουλευτισμό οι αρχηγοί και κυρίως οι εκάστοτε δικτάτορες αντιλήφθηκαν τη δημοφιλία του αθλήματος. Βρίθει η σύγχρονη ιστορία από τέτοια παραδείγματα στο ποδόσφαιρο. Εκπρόσωπος του δικτάτορα της Βραζιλίας το 1958 (χρονιά που κατέκτησε το Μουντιάλ) σε ελεύθερη απόδοση είχε δηλώσει δημόσια: «Δεν πειράζει που ο λαός δεν έχει ψωμί να φάει. Αρκεί που του δίνουμε τόσες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις. Αρκεί που του δίνουμε έναν Πελέ και έναν Βαβά για να ξεχνάει πως δεν έχει νοσοκομεία και σχολεία»... 
Πέρσι ο προπονητής Γιώργος Δώνης σε συνέντευξη που έδωσε στο "Βήμα της Κυριακής" τόλμησε να παραδεχθεί: «Στην Ελλάδα το ποδόσφαιρο είναι πολιτική, δεν είναι αθλητισμός. Πρέπει να απαλλαγούμε από το ποια ομάδα έχουμε απέναντί μας για να εφαρμόσουμε τον νόμο. Αν υπάρχουν ομάδες που δεν αποπνέουν υγεία και έχουν προβλήματα είτε οικονομικής φύσεως είτε με τη βία, θα πρέπει να πληρώσουν ή να τιμωρηθούν. Όπως στην Βρετανία όπου μπαίνουν σε καθεστώς διαχείρισης (Ρέϊντζερς) ή ξεκινούν το πρωτάθλημα με μείον 10 βαθμούς. Ή στην Ιταλία, όπου υποβιβάστηκε η Γιουβέντους κ.τ.λ. Ας μην ξεχνάμε πώς χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο τα διδακτορικά καθεστώτα(Αργεντινή,Χιλή,Ελλάδα κτλ) με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από τα πραγματικά προβλήματα.Το 1974 στο Μουντιάλ της Αργεντίνης, ο Γιόχαν Κρόιφ αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διόργανωση λόγω του καθεστώτος του δικτάτορα Βιντέλα.
Ο φασισμός,  ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να αξιοποιήσει το ποδόσφαιρο. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 ο Μουσολίνι μετέτρεψε το Μουντιάλ σε προπαγανδιστική φιέστα του καθεστώτος του. Η κατάκτηση το 1938 από την Ιταλία του τροπαίου έδωσε αφορμή για την ίδια προπαγάνδα. Η τύχη των παιχτών της Αυστριακής Βούντερτιμ, όταν η χώρα τους προσαρτήθηκε στη ναζιστική Γερμανία, είναι γνωστή. Όσοι δεν προσαρμόστηκαν στο «αμιγώς γερμανικό στιλ», χάθηκαν.
Στο Μουντιάλ του 1978, που κατακτήθηκε από την Αργεντινή, η διαιτησία έβαλε το χέρι της προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός, που ήταν ο λαός που υπέφερε από τη δικτατορία του Βιντέλα να ξεχάσει τα βάσανά του. Αλλά και στη χώρα μας η πορεία του Παναθηναϊκού στο Κύπελλο Πρωταθλητριών στα χρόνια της χούντας αξιοποιήθηκε εξαντλητικά από το καθεστώς, ενώ είναι γνωστά και τα όσα ειπώθηκαν για τον τρόπο που η ελληνική ομάδα απέκλεισε στα ημιτελικά τον Ερυθρό Αστέρα, πρωταθλήτρια ομάδα της Γιουγκοσλαβίας.
Ο βαυκαλισμός περί προόδου, όσοι την υποστηρίζουν, θα πρέπει πρώτα να αναρωτηθούν αν έχουμε καταφέρει να αλλάξουμε κάτι σε σχέση με τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην κομματικοποίηση και γενικότερα στην πολιτικοποίηση του.Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το νησί της Αφροδίτης, στην πανέμορφη Κύπρο όπου η επιλογή μιας ποδοσφαιρικής ομάδας δείχνει και τις πολιτικές προτίμησεις. Το Κυπριακό ποδόσφαιρο τελεί «υπό ομηρία» των κομμάτων.Από την άλλη οι ίδιοι οι πολιτικοί πολλές φορές στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν εντυπώσεις υποπίπτουν στο ατόπημα να ρίχνουν την ευθύνη στο άθλημα ή ακόμη και στους φιλάθλους που γεμίζουν με πάθος τα στάδια κάθε Σαββατοκύριακο. 
Στην περίφημη φράση, περί ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής υπαινισσόμενοι πως είναι το έσχατο παράδειγμα για συγκρίσεις είναι το λιγότερο άστοχο. Γιατί το ποδόσφαιρο μπορεί να μας διδάξει πάρα πολλά. Πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ότι η πολιτική. Δεν πρέπει επίσης να μας διαφεύγει πως αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας και με σημαντικά μεγαλύτερο ορθολογισμό απ’ ότι η ίδια η πολιτική. Η δημοκρατία άλλωστε βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή της στο ποδόσφαιρο απ’ ότι στην πολιτική. Παρέχει την ευκαιρία στον ασθενέστερο να κερδίσει το δυνατότερο. Απαιτεί ομαδικό πνεύμα σε αντίθεση με τους δελφινισμούς που είναι σε αφθονία στην πολιτική. Εμπεριέχει ασφαλώς και νοσηρά στοιχεία αλλά και στην πολιτική δεν τα βρίσκουμε; Πάντα υπάρχουν αυτοί που θέλουν να «παίζουν» στο παρασκήνιο κερδίζοντας εξωαγωνιστικές μάχες. Αν μη τι άλλο επικρατεί πολύ λιγότερη υποκρισία από ότι στην πολιτική.
Αν δεν καταφέρεις να μαρκάρεις έναν επιθετικό, να αποκρούσεις ένα σουτ, να βάλεις ένα πέναλτι, δεν θα διαρκέσεις για πολύ σε ένα επάγγελμα όπου πληρώνεσαι μια… περιουσία. Οι αργόσχολοι στο γήπεδο χάνουν πραγματικά τη θέση τους σε αντίθεση με την πολιτική.
Τη δύναμη της εξέδρας την έχουν αντιληφθεί πολλοί και αφού πλέον οι πολιτικές συγκεντρώσεις στις πλατείες δεν υφίστανται πρόσφορο έδαφος κερδίζουν οι θέσεις πολυτελείας στα επίσημα θεωρεία των γηπέδων. Γι’ αυτό και ολοένα αυξάνονται όσοι θέλουν να κερδίσουν δόξα, κύρος και τιμές.
Δυστυχώς όμως τα κίνητρα των περισσοτέρων είναι αλλότρια και αποσκοπούν να πουλήσουν οπαδιλίκι προς άγρα ψήφων. Όταν τους δίνεται η ευκαιρία κινούν και τα νήματα του παρασκηνίου για να αποδείξουν την αγάπη τους προς την ομάδα συλλέγοντας την προτίμηση των οπαδών της. Αυτό δεν έκανε και ο Μπερλουσκόνι με το κόμμα «Φόρτσα Ιτάλια» και όντας ιδιοκτήτης της Μίλαν αναδείχθηκε στον προεδρικό θώκο;Στη δεκαετία του '50 και ΄60 στην Ελλάδα ο Ολυμπιακός Πειραιώς αντιπροσώπευε τα φτωχά λαϊκά στρώματα (οικοδόμους,εργάτες) ενώ ο Παναθηναϊκός την μπουρζουαζία της ανερχόμενης αστικής τάξης (εφοπλιστές,βιομήχανοι,επιχειρηματίες).Το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε μια επικερδή μπίζνα όπως άλλωστε και οποιαδήποτε άλλη κοινωνική δραστηριότητα, γι’ αυτό όμως δεν ευθύνεται καθόλου το λαοφιλέστερο των αθλημάτων. Η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού είναι μια πραγματικότητα.

1 σχόλιο:

  1. Μπράβο, πολύ εμπεριστατωμένο άρθρο!

    Εν τούτοις, δεν απαντάται σαφώς το ερὠτημα του τίτλου.

    J

    ΑπάντησηΔιαγραφή